ΑΡΘΡΑ

.

Ψυχοθεραπεία & Σχέσεις-Ενδοterra

Γιατί πέφτω πάντα στον λάθος άνθρωπο;

Πολλοί άνθρωποι μπαίνουν ξανά και ξανά σε σχέσεις που τους πληγώνουν. Η ψυχοθεραπεία σήμερα δεν το βλέπει ως «αδυναμία χαρακτήρα». Το βλέπει ως κάτι που διαμορφώθηκε βαθιά μέσα στο νευρικό σύστημα και στις πρώτες σχέσεις.

Ειρήνη Κασιμάτη

«Πώς γίνεται να μην το βλέπω;» «Γιατί πάλι διάλεξα άνθρωπο που με απορρίπτει;» «Γιατί ενώ καταλαβαίνω λογικά ότι δεν μου κάνει, δεν μπορώ να φύγω;» Αυτές οι ερωτήσεις επαναλαμβάνονται σε πολλές ζωές  και αξίζουν μια βαθύτερη απάντηση από το «φταίει η επιλογή σου».

Ο δεσμός που σχηματίζεται νωρίς

Ο Bowlby, μέσα από τη θεωρία δεσμού, έδειξε πως οι πρώιμες σχέσεις με τους φροντιστές γίνονται εσωτερικά μοντέλα για το τι σημαίνει αγάπη, ασφάλεια και εγγύτητα. Αν ένα παιδί μεγάλωσε με αστάθεια, φόβο, απόρριψη ή συναισθηματική ασυνέπεια, τότε το σώμα και ο ψυχισμός του μαθαίνουν πως η αγάπη συνδέεται με αγωνία και υπερεπαγρύπνηση.

Η Mary Main και άλλοι ερευνητές του αποδιοργανωμένου δεσμού περιγράφουν ακριβώς αυτό το παράδοξο: το ίδιο πρόσωπο που αποτελεί πηγή φόβου είναι ταυτόχρονα και η μοναδική πηγή παρηγοριάς. Έτσι δημιουργείται ένας εσωτερικός διχασμός:

«Σε χρειάζομαι - αλλά σε φοβάμαι.»

Το σώμα θυμάται

Ο Bessel van der Kolk, ο Allan Schore και ο Louis Cozolino εξηγούν ότι αυτές οι εμπειρίες δεν μένουν μόνο ως «αναμνήσεις». Εγγράφονται στο νευρικό σύστημα. Το σώμα συνηθίζει την ένταση, την αστάθεια, την αγωνία. Και τότε, αργότερα, ένας ήρεμος και διαθέσιμος άνθρωπος μπορεί να βιώνεται παράξενα «άδειος», ενώ ένας απρόβλεπτος ή απορριπτικός να μοιάζει μαγνητικά οικείος.

Γι' αυτό πολλοί άνθρωποι λένε: «Ξέρω ότι δεν μου κάνει… αλλά κάτι με τραβάει.» Δεν τους τραβά απαραίτητα ο άλλος άνθρωπος. Τους τραβά μια παλιά εσωτερική εμπειρία που ζητά ασυνείδητα να ολοκληρωθεί, να διορθωθεί ή απλώς να ξαναζωντανέψει, γιατί είναι γνώριμη.

Επανάληψη και εσωτερικά κομμάτια

Η ψυχοδυναμική σκέψη μιλά εδώ για repetition compulsion (Freud): την ασυνείδητη τάση να επαναλαμβάνουμε παλιά σχεσιακά μοτίβα. Οι θεωρίες object relations (Fairbairn, Winnicott, Kernberg) εξηγούν πως εσωτερικεύουμε σχέσεις και αργότερα τις αναπαράγουμε χωρίς να το συνειδητοποιούμε.

Τα ego states και οι προσεγγίσεις parts work περιγράφουν κάτι πολύ ανθρώπινο: δεν λειτουργούμε πάντα ως ένας ενιαίος «ενήλικας εαυτός». Μέσα μας συνυπάρχουν:

  • ένα φοβισμένο παιδί που διψά για αγάπη
  • ένα κομμάτι που αντέχει τα πάντα για να μη βιώσει εγκατάλειψη
  • ένα θυμωμένο ή προστατευτικό κομμάτι
  • ένα ώριμο, ενήλικο μέρος που βλέπει πιο καθαρά

Συχνά, στις σχέσεις δεν επιλέγει ο ώριμος ενήλικας. Επιλέγει το τραυματισμένο κομμάτι που αναζητά αυτό που κάποτε του έλειψε.

Η διαμόρφωση του εαυτού

Ο Carl Rogers μίλησε για την ασυμφωνία ανάμεσα στον οργανισμικό εαυτό και στον εαυτό που διαμορφώθηκε μέσα από όρους αξίας. Αν κάποιος έμαθε πως για να αγαπηθεί πρέπει να προσαρμόζεται, να αντέχει, να μη ζητά , τότε μπορεί να απομακρυνθεί από τις αυθεντικές του ανάγκες και να δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τι πραγματικά του κάνει καλό.

Οι σύγχρονες προσωποκεντρικές και experiential προσεγγίσεις βλέπουν αυτές τις διαμορφώσεις ως δημιουργικές προσαρμογές επιβίωσης. Κάποτε αυτά τα μοτίβα βοήθησαν το άτομο να διατηρήσει δεσμό και ψυχική συνοχή. Στην ενήλικη ζωή, όμως, μπορεί να το οδηγούν σε σχέσεις που αναπαράγουν πόνο.

Και εδώ μπαίνει η θεραπεία

Η ψυχοθεραπεία δεν είναι απλώς να «σου πει να διαλέγεις καλύτερα». Αν ήταν τόσο απλό, θα αρκούσε η λογική. Η θεραπεία προσπαθεί να δημιουργήσει μια νέα σχεσιακή εμπειρία , έναν χώρο όπου:

  • δεν χρειάζεται να κερδίσεις την αποδοχή
  • μπορείς να υπάρξεις χωρίς να φοβάσαι εγκατάλειψη
  • τα τραυματισμένα κομμάτια σου ακούγονται αντί να ντρέπονται
  • μαθαίνουμε ότι η ασφάλεια δεν είναι βαρετή - και ότι η ένταση δεν είναι αγάπη

Μέσα από αυτή τη διαδικασία, το άτομο αρχίζει να αναγνωρίζει ποιο κομμάτι του ενεργοποιείται, να αντέχει διαφορετικού τύπου εγγύτητα, να αποκτά εσωτερική συνοχή  και να επιλέγει σχέσεις όχι από τραύμα, αλλά από μεγαλύτερη επίγνωση και αυθεντικότητα.

Ίσως τότε η ερώτηση να αλλάζει.

Από: «Γιατί πέφτω πάντα στον λάθος άνθρωπο;»

σε: «Τι ήταν τόσο οικείο εκεί μέσα για μένα ,και τι χρειάζομαι σήμερα για να μη χάνω πια τον εαυτό μου μέσα στις σχέσεις;»

Βιβλιογραφία

Bowlby, J. (1969). Attachment and loss: Vol. 1. Attachment. Basic Books.

Bowlby, J. (1988). A secure base: Parent-child attachment and healthy human development. Basic Books.

Cozolino, L. (2006). The neuroscience of human relationships: Attachment and the developing social brain. Norton.

Main, M., & Solomon, J. (1990). Procedures for identifying infants as disorganized/disoriented during the Ainsworth Strange Situation. In M. Greenberg, D. Cicchetti, & E. Cummings (Eds.), Attachment in the preschool years (pp. 121–160). University of Chicago Press.

Rogers, C. R. (1961). On becoming a person. Houghton Mifflin.

van der Kolk, B. A. (2014). The body keeps the score: Brain, mind, and body in the healing of trauma. Viking.

Winnicott, D. W. (1965). The maturational processes and the facilitating environment. Hogarth Press.

Ειρήνη Κασιμάτη

Trauma Bonding: όταν η αγάπη μπλέκεται με τον φόβο

Ειρήνη Κασιμάτη

Υπάρχουν σχέσεις που, ακόμη κι όταν μας πληγώνουν, φαίνεται αδύνατο να τις αφήσουμε.

Σχέσεις που μας εξαντλούν, μας μπερδεύουν ή μας κάνουν να χάνουμε τον εαυτό μας κι όμως συνεχίζουμε να επιστρέφουμε σε αυτές με ένταση, ελπίδα ή βαθιά ανάγκη.

Πολλές φορές αυτό που συμβαίνει δεν είναι απλώς «δυσκολία αποχωρισμού» ή «υπερβολική αγάπη».

Μπορεί να πρόκειται για αυτό που στην ψυχολογία ονομάζεται trauma bonding ή αλλιώς τραυματικός δεσμός.

Τι είναι το trauma bonding;

Ο όρος trauma bonding διατυπώθηκε αρχικά από τους Donald G. Dutton και Susan Painter στις αρχές της δεκαετίας του 1980, μέσα από τη μελέτη κακοποιητικών σχέσεων και της δημιουργίας ισχυρών συναισθηματικών δεσμών σε συνθήκες επαναλαμβανόμενης κακοποίησης και επανασύνδεσης.

Ο τραυματικός δεσμός είναι ένας βαθύς συναισθηματικός δεσμός που δημιουργείται μέσα από την επαναλαμβανόμενη εναλλαγή:

  • πόνου και ανακούφισης,
  • φόβου και τρυφερότητας,
  • απόστασης και επανασύνδεσης.

Ο άλλος άνθρωπος γίνεται σταδιακά ταυτόχρονα:

  • η πηγή της πληγής,
  • αλλά και η πηγή της παρηγοριάς.

Έτσι δημιουργείται ένας πολύ ισχυρός αλλά και βαθιά μπερδεμένος δεσμός, όπου η ανάγκη για σύνδεση συνυπάρχει με την αγωνία, την ανασφάλεια ή τον φόβο απώλειας.

Πώς δημιουργείται;

Στον πυρήνα του trauma bonding βρίσκεται ένας μηχανισμός που στη συμπεριφορική ψυχολογία ονομάζεται «διαλείπουσα ενίσχυση» (intermittent reinforcement).

Το άτομο που πληγώνει γίνεται συχνά και εκείνος στον οποίο κάποιος στρέφεται για παρηγοριά και συναισθηματική ασφάλεια. Μια στιγμή μπορεί να απορρίπτει, να απομακρύνεται ή να πληγώνει, και την επόμενη να δείχνει τρυφερότητα, μεταμέλεια, αγάπη ή να υπόσχεται αλλαγή.

Αυτή η συνεχής και απρόβλεπτη εναλλαγή ενεργοποιεί βαθιά το σύστημα προσκόλλησης και δημιουργεί έναν ιδιαίτερα ισχυρό συναισθηματικό δεσμό. Το άτομο συχνά παραμένει συνδεδεμένο όχι μόνο με αυτό που η σχέση είναι στο παρόν, αλλά και με την ελπίδα αυτού που θα μπορούσε να γίνει.

Έτσι, το άτομο συχνά αρχίζει να ζει περιμένοντας τη «καλή στιγμή» ,την επιστροφή της τρυφερής, διαθέσιμης ή αγαπητικής πλευράς του άλλου , ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή η σχέση θα γίνει σταθερά ασφαλής.

Σύγχρονες έρευνες συνδέουν το trauma bonding με την ανασφαλή προσκόλληση, το αναπτυξιακό τραύμα, αλλά και με μηχανισμούς ελέγχου και συναισθηματικής απορρύθμισης μέσα στις στενές σχέσεις. Παράγοντες όπως το παιδικό τραύμα, η έντονη ανάγκη συναισθηματικής βεβαιότητας και ο φόβος εγκατάλειψης φαίνεται να ενισχύουν τη δημιουργία τραυματικών δεσμών.

Όταν η αγάπη συνδέεται με την αγωνία

Άνθρωποι που έχουν μεγαλώσει με συναισθηματική αστάθεια, φόβο εγκατάλειψης ή απρόβλεπτες σχέσεις μπορεί να δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν τι σημαίνει πραγματική ασφάλεια μέσα σε μια σχέση.

Το νευρικό σύστημα συχνά μαθαίνει:

  • να βρίσκεται σε διαρκή επαγρύπνηση
  • να αναζητά συνεχώς επιβεβαίωση
  • να φοβάται την απόσταση
  • να βιώνει την ηρεμία ως «κενό»

Έτσι, η αγωνία μπορεί να μπερδευτεί με την οικειότητα.

Ο άνθρωπος μπορεί να νιώθει:

  • ότι δεν μπορεί να φύγει
  • ότι χάνει τον εαυτό του όταν απομακρύνεται ο άλλος
  • ότι χρειάζεται συνεχώς να «κερδίζει» την αγάπη
  • ή ότι η αξία του εξαρτάται από τη διατήρηση της σχέσης

Κάποιες φορές, ο άνθρωπος μένει συνδεδεμένος όχι μόνο με αυτό που η σχέση είναι, αλλά και με αυτό που ελπίζει πως μπορεί να γίνει.

Γιατί είναι τόσο δύσκολη η αποδέσμευση;

Ένα από τα πιο δύσκολα σημεία στον τραυματικό δεσμό είναι ότι ο αποχωρισμός δεν βιώνεται μόνο συναισθηματικά. Συχνά η δυσκολία αποτυπώνεται και στο σώμα.

Η απομάκρυνση μπορεί να φέρει:

  • άγχος
  • αίσθηση κενού
  • έντονη νοσταλγία
  • ενοχές
  • ακόμη και κάτι που μοιάζει με «στέρηση»

Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η σχέση ήταν ασφαλής ή υγιής. Σημαίνει ότι το σύστημα προσκόλλησης έχει δεθεί βαθιά με έναν τρόπο σύνδεσης που βασίζεται στην αστάθεια και στην αγωνία.

Και πολλές φορές, μαζί με τον άνθρωπο, είναι δύσκολο να αποχωριστεί κανείς και:

  • την ελπίδα
  • τη φαντασίωση της αλλαγής
  • την ανάγκη να «σωθεί» η σχέση
  • ή τη λαχτάρα να εμφανιστεί ξανά η τρυφερή εκδοχή του άλλου

Μπορεί να αλλάξει αυτό;

Η αποδέσμευση από έναν τραυματικό δεσμό συνήθως δεν συμβαίνει απότομα.

Είναι συχνά μια αργή διαδικασία όπου το άτομο αρχίζει:

  • να αναγνωρίζει τον κύκλο
  • να ξεχωρίζει την αγάπη από την αγωνία
  • να μαθαίνει να αντέχει την ηρεμία
  • να ξαναβρίσκει τα όριά του
  • και να δημιουργεί σχέσεις όπου δεν χρειάζεται να παλεύει συνεχώς για να αισθανθεί ασφαλές

Η θεραπευτική σχέση μπορεί να βοηθήσει σημαντικά σε αυτή τη διαδικασία, προσφέροντας έναν χώρο όπου η σύνδεση δεν βασίζεται στον φόβο, στην αστάθεια ή στην ανάγκη επιβίωσης.

Ίσως τότε, σιγά-σιγά, η σχέση να πάψει να μοιάζει με μάχη για επιβεβαίωση  και να αρχίσει να μοιάζει περισσότερο με συνάντηση.

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Bowlby, J. (1969/1982). Attachment and Loss.

Carnes, P. (1997). The Betrayal Bond: Breaking Free of Exploitive Relationships.

Dutton, D. G., & Painter, S. (1993). Emotional Attachments in Abusive Relationships: A Test of Traumatic Bonding Theory. Violence and Victims, 8(2), 105–120.

Herman, J. (1992). Trauma and Recovery.

Mikulincer, M., & Shaver, P. (2007). Attachment in Adulthood.

Shaughnessy, K., et al. (2023). Childhood trauma, attachment insecurity, and traumatic bonding in intimate relationships.

Effiong, P., et al. (2022). Traumatic bonding in victims of intimate partner violence is intensified via empathy.

van der Kolk, B. (2014). The Body Keeps the Score.

Μπορεί να υπάρξει πραγματική ψυχοθεραπευτική σχέση μέσα από την οθόνη;

 

ΑΡΘΡΟ

Μπορεί να υπάρξει πραγματική ψυχοθεραπευτική σχέση μέσα από μια οθόνη;

Όσα δείχνει η σύγχρονη έρευνα για την προσωποκεντρική και βιωματική θεραπεία μέσω διαδικτύου

Πολλοί άνθρωποι που σκέφτονται να ξεκινήσουν ψυχοθεραπεία αναρωτιούνται αν μια διαδικτυακή συνεδρία μπορεί πραγματικά να είναι αποτελεσματική. Η απορία αυτή είναι απόλυτα φυσιολογική. Για χρόνια υπήρχε η πεποίθηση ότι μια ουσιαστική θεραπευτική σχέση μπορεί να αναπτυχθεί μόνο όταν θεραπευτής και θεραπευόμενος βρίσκονται στον ίδιο χώρο. Σήμερα όμως η επιστημονική έρευνα μάς δίνει μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα.

Τι δείχνει η έρευνα

Μια πρόσφατη ανασκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας για την προσωποκεντρική και βιωματική ψυχοθεραπεία εξέτασε μελέτες από πολλές χώρες σχετικά με τη διαδικτυακή θεραπεία. Το βασικό συμπέρασμα ήταν ιδιαίτερα ενθαρρυντικό. Η ουσιαστική θεραπευτική σχέση μπορεί να αναπτυχθεί και μέσω διαδικτύου, όταν υπάρχουν οι κατάλληλες θεραπευτικές συνθήκες.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης κάτι ιδιαίτερα ενδιαφέρον. Οι ίδιοι οι θεραπευτές ανησυχούν συχνά περισσότερο από τους θεραπευόμενους για το αν η θεραπεία λειτουργεί μέσω οθόνης. Αντίθετα, οι περισσότεροι θεραπευόμενοι αναφέρουν ότι αισθάνονται ουσιαστική σύνδεση, ασφάλεια και θεραπευτικό όφελος από τις διαδικτυακές συνεδρίες.

Τι κάνει τη θεραπεία αποτελεσματική

Στην προσωποκεντρική ψυχοθεραπεία η αλλαγή δεν προέρχεται από τεχνικές ή συμβουλές. Η θεραπεία βασίζεται στη σχέση. Ο Carl Rogers περιέγραψε τρεις βασικές θεραπευτικές στάσεις: την ενσυναίσθηση, την αυθεντικότητα και την άνευ όρων αποδοχή.

Η σύγχρονη έρευνα δείχνει ότι αυτές οι ποιότητες μπορούν να μεταφερθούν και στο διαδικτυακό περιβάλλον. Η ψυχολογική επαφή, η θεραπευτική συμμαχία, ακόμη και στιγμές βαθιάς ανθρώπινης συνάντησης, μπορούν να αναπτυχθούν μέσα από μια οθόνη, όταν ο θεραπευτής είναι πραγματικά παρών και συντονισμένος με τον θεραπευόμενο.

Υπάρχουν και πλεονεκτήματα

Για αρκετούς ανθρώπους, ναι. Ορισμένες μελέτες δείχνουν ότι πολλοί θεραπευόμενοι αισθάνονται μεγαλύτερη άνεση όταν βρίσκονται στον δικό τους χώρο. Αυτό μπορεί να μειώσει το άγχος ή το αίσθημα ντροπής και να διευκολύνει την έκφραση δύσκολων σκέψεων και συναισθημάτων. Επιπλέον, η εξοικονόμηση χρόνου και μετακινήσεων κάνει τη θεραπεία πιο προσβάσιμη μέσα στην καθημερινότητα.

Είναι η ίδια εμπειρία με τη δια ζώσης θεραπεία

Όχι. Αλλά μπορεί να είναι εξίσου ουσιαστική.

Οι ερευνητές προτείνουν να μη συγκρίνουμε συνεχώς τις δύο μορφές θεραπείας σαν να είναι η μία αντίγραφο της άλλης. Πρόκειται για δύο διαφορετικά θεραπευτικά πλαίσια, που μπορούν και τα δύο να προσφέρουν έναν ασφαλή χώρο συνάντησης, εξερεύνησης και αλλαγής.

Πότε είναι κατάλληλη η διαδικτυακή ψυχοθεραπεία

Η διαδικτυακή θεραπεία μπορεί να είναι μια εξαιρετική επιλογή στις εξής περιπτώσεις.

  • Όταν ζείτε μακριά από τον θεραπευτή που επιθυμείτε.
  • Όταν ταξιδεύετε συχνά.
  • Όταν κατοικείτε στο εξωτερικό.
  • Όταν έχετε δυσκολία στις μετακινήσεις.
  • Όταν χρειάζεστε μεγαλύτερη ευελιξία στο πρόγραμμά σας.

Το σημαντικότερο όμως δεν είναι η απόσταση. Είναι η ποιότητα της θεραπευτικής σχέσης.

Όταν υπάρχει ένας χώρος όπου μπορείτε να αισθανθείτε ότι ακούγεστε πραγματικά, χωρίς κριτική και με σεβασμό στον δικό σας ρυθμό, τότε μπορεί να αρχίσει να δημιουργείται κάτι βαθιά θεραπευτικό, είτε η συνάντηση γίνεται στον ίδιο χώρο είτε μέσα από μια οθόνη.

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Rodgers, B., Tudor, K., & Sutherland, A. (2024). Person centred and experiential therapies online: An integrative review.

Norwood, C., et al. (2018). Working alliance and outcome effectiveness in videoconferencing psychotherapy.

Backhaus, A., et al. (2012). Videoconferencing psychotherapy: A systematic review.

Simpson, S., & Reid, C. (2014). Therapeutic alliance in videoconferencing psychotherapy.

 

Το πρόσωπο που  παγώνει:

η σιωπή που ένα παιδί τη νιώθει σαν απώλεια

Υπάρχουν μορφές πόνου που δεν κάνουν θόρυβο.

Δεν αφήνουν μελανιές, ούτε δυνατές αναμνήσεις από φωνές ή τιμωρίες. Κι όμως, μένουν βαθιά χαραγμένες στο σώμα και στον τρόπο που σχετιζόμαστε. Μία από αυτές είναι η εμπειρία του «παγωμένου προσώπου».

Το Still Face Experiment

Στην αναπτυξιακή ψυχολογία υπάρχει ένα πολύ γνωστό πείραμα, το Still Face Experiment, του Edward Tronick. Στο πείραμα αυτό, μια μητέρα παίζει φυσιολογικά με το βρέφος της: χαμογελά, ανταποκρίνεται, μιλά, συναντά το βλέμμα του. Ξαφνικά όμως, σταματά. Το πρόσωπό της γίνεται ανέκφραστο. Δεν ανταποκρίνεται πια στα σήματα του παιδιού.

Αυτό που είναι συγκλονιστικό: η αναστάτωση στο βρέφος εμφανίζεται μέσα σε λίγα μόλις δευτερόλεπτα. Τόσο εγγεγραμμένη είναι στο νευρικό σύστημα η ανάγκη για συναισθηματική ανταπόκριση  ,δεν είναι επιλογή ή «υπερβολή», είναι βιολογική αναγκαιότητα.

Το βρέφος αρχικά προσπαθεί να επαναφέρει τη σύνδεση. Χαμογελά περισσότερο. Κινείται. Καλεί τη μητέρα πίσω στη σχέση. Όταν όμως η ανταπόκριση δεν έρχεται, κάτι αλλάζει. Εμφανίζεται ένταση, αγωνία, αποδιοργάνωση. Το παιδί μοιάζει να χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια του.

Για έναν ενήλικα, ένα ανέκφραστο πρόσωπο μπορεί να μοιάζει ασήμαντο. Για ένα παιδί όμως, η απουσία συναισθηματικής ανταπόκρισης μπορεί να βιωθεί σαν ρήξη του δεσμού.

Η συναισθηματική παραμέληση μέσα στην οικογένεια

Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει πολλές φορές και μέσα στις οικογένειες ,όχι απαραίτητα με φωνές ή σκληρές τιμωρίες, αλλά μέσα από αυτό που οι ειδικοί ονομάζουν συναισθηματική παραμέληση . Δεν είναι πάντα κάτι που γίνεται, είναι συχνά κάτι που δεν γίνεται ,η αγκαλιά που δεν ήρθε, η ερώτηση που δεν έγινε, η παρουσία που αποσύρθηκε χωρίς εξήγηση.

Υπάρχουν γονείς που όταν πληγώνονται, θυμώνουν ή απογοητεύονται, «παγώνουν». Το πρόσωπο σκληραίνει. Η φωνή χάνεται, αποσύρουν την επαφή τους. Μερικές φορές για ώρες. Άλλες φορές για μέρες.

Και τότε το παιδί αρχίζει να ζει μέσα σε μια σιωπηλή αγωνία: «Τι έκανα λάθος;» «Πώς να το διορθώσω;» «Πώς να με ξαναδεί;»

Για το παιδί, η αποσύνδεση από τον σημαντικό άλλον δεν μοιάζει με απλή απόσταση. Μοιάζει με απώλεια ασφάλειας.

Η προσωποκεντρική θεώρηση του Carl Rogers

Από προσωποκεντρική σκοπιά, αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Ο Carl Rogers πίστευε ότι ο άνθρωπος δεν αναπτύσσεται απλώς μέσα σε ένα περιβάλλον αλλά αναπτύσσεται μέσα σε σχέσεις. Και συγκεκριμένα, μέσα σε σχέσεις που χαρακτηρίζονται από τρεις βασικές συνθήκες: ενσυναίσθηση, αυθεντικότητα και άνευ όρων θετική αποδοχή.

Η ενσυναίσθηση δεν σημαίνει απλώς να καταλαβαίνεις τι νιώθει ο άλλος. Σημαίνει να μπαίνεις στον κόσμο του χωρίς να χάνεις τον εαυτό σου, να βλέπεις μέσα από τα μάτια του παιδιού, χωρίς να το διορθώνεις ή να το αξιολογείς. Η αυθεντικότητα σημαίνει ότι ο ενήλικας δεν φοράει μάσκα: είναι παρών, πραγματικός, και συναισθηματικά ειλικρινής. Και η άνευ όρων αποδοχή σημαίνει ότι η αγάπη και η εκτίμηση δεν εξαρτώνται από τη συμπεριφορά του παιδιού δεν κερδίζονται και δεν χάνονται.

Το παγωμένο πρόσωπο είναι σχεδόν το αντίθετο αυτής της εμπειρίας. Όταν η συναισθηματική παρουσία αποσύρεται ως μορφή τιμωρίας ή ελέγχου, το παιδί συχνά δεν καταλαβαίνει: «Η μαμά είναι θυμωμένη.» Καταλαβαίνει: «Χάνομαι μέσα στα μάτια της. Δεν υπάρχω»

Ο Rogers μιλούσε για τους λεγόμενους «όρους αξίας» ,την εμπειρία του παιδιού που μαθαίνει ότι η αγάπη δεν είναι δεδομένη, αλλά κερδίζεται υπό συνθήκες. Όταν ένα παιδί βιώνει την παρουσία του γονέα ως κάτι εύθραυστο και αβέβαιο, αρχίζει να διαμορφώνει έναν εαυτό που λειτουργεί για να ικανοποιεί τους άλλους , όχι για να εκφράζει τον εαυτό του. Μαθαίνει να προσαρμόζεται υπερβολικά, να φοβάται τη σύγκρουση, να αγωνιά βαθιά όταν κάποιος απομακρύνεται συναισθηματικά.

Αυτή η διαδικασία δεν είναι συνειδητή. Το παιδί δεν «αποφασίζει» να γίνει ανθρωπάρεσκο ή να αποφεύγει τη σύγκρουση. Απλώς το σύστημά του προσαρμόζεται σε ένα περιβάλλον όπου η συναισθηματική ασφάλεια είναι υπό όρους.

Τα ίχνη στην ενήλικη ζωή

Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί ενήλικες σήμερα δυσκολεύονται τόσο έντονα απέναντι στην αδιαφορία ή στη συναισθηματική απόσταση. Ένα μήνυμα που δεν απαντήθηκε. Ένα ψυχρό βλέμμα. Μια ξαφνική απομάκρυνση. Και το σώμα ενεργοποιείται σαν να απειλείται.

Κάποιοι προσπαθούν απεγνωσμένα να επαναφέρουν τη σύνδεση. Άλλοι παγώνουν και οι ίδιοι. Άλλοι χάνουν την επαφή με τις δικές τους ανάγκες για να μη χάσουν τον άλλον.

Συχνά χαρακτηρίζουν τον εαυτό τους «υπερβολικό» ή «πολύ ευαίσθητο». Όμως πολλές φορές δεν πρόκειται για υπερβολή. Πρόκειται για ένα νευρικό σύστημα που κάποτε έμαθε ότι η αγάπη μπορεί να εξαφανιστεί χωρίς εξήγηση.

Το δύσκολο είναι ότι αρκετοί γονείς δεν το κάνουν από πρόθεση να πληγώσουν. Πολλοί μεγάλωσαν κι οι ίδιοι με σιωπή, απόσυρση ή συναισθηματική ψυχρότητα. Έμαθαν ότι έτσι «μπαίνουν όρια», έτσι ελέγχεται ο θυμός ή έτσι προστατεύεται κανείς από τον πόνο. Όμως για ένα παιδί, η παρατεταμένη ψυχρότητα δεν βιώνεται ως όριο. Βιώνεται ως εγκατάλειψη της σχέσης.

Και ίσως εδώ βρίσκεται κάτι πολύ σημαντικό για όλους μας , ως γονείς, σύντροφοι, φίλοι ή θεραπευτές: το παιδί δεν χρειάζεται τέλειους ανθρώπους. Χρειάζεται ανθρώπους που, ακόμη και μέσα στη δυσκολία, μπορούν να παραμένουν συναισθηματικά παρόντες. Να μπορούν να πουν: «Είμαι θυμωμένος. Χρειάζομαι λίγο χρόνο. Αλλά δεν εξαφανίζομαι από τη σχέση μας.»

Κι αν αναγνωρίζεις αυτό το μοτίβο στον εαυτό σου;

Πολλοί ενήλικες φτάνουν σε ένα σημείο όπου βλέπουν καθαρά: έτσι μεγάλωσα. Και μαζί με αυτή την αναγνώριση έρχεται συχνά ένα μείγμα από ανακούφιση και πόνο. Ανακούφιση, γιατί επιτέλους βγαίνει νόημα από κάτι που φαινόταν «δικό σου ελάττωμα». Πόνος, γιατί καταλαβαίνεις τι δεν πήρες.

Νομιμοποίησε την εμπειρία σου.

Το ότι δεν υπήρχε φωνή ή χτύπημα δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχε πόνος. Η συναισθηματική παραμέληση αφήνει πραγματικά ίχνη ,στον τρόπο που σχετίζεσαι, στο πώς ανταποκρίνεσαι στην απόσταση, στο πόσο δύσκολα εμπιστεύεσαι ότι οι άλλοι θα παραμείνουν.

Παρατήρησε τα μοτίβα χωρίς να τα κρίνεις.

Τείνεις να υποχωρείς όταν κάποιος απομακρύνεται; Να ζητάς συνεχώς διαβεβαιώσεις; Να παγώνεις κι εσύ; Αυτές οι αντιδράσεις δεν είναι αδυναμίες. Είναι παλιές στρατηγικές επιβίωσης που κάποτε είχαν νόημα.

Ψάξε για σχέσεις που επανορθώνουν.

Είτε στη θεραπεία, είτε σε φιλίες ή συντροφικότητες όπου βιώνεις σταθερή παρουσία , το νευρικό σύστημα μαθαίνει μέσα από νέες εμπειρίες, όχι μόνο μέσα από γνώση.

Να είσαι υπομονετικός με τον εαυτό σου.

Αυτά τα μοτίβα δεν αλλάζουν από τη μια μέρα στην άλλη. Αλλάζουν σταδιακά, μέσα σε σχέσεις που αποδεικνύουν ,ξανά και ξανά ,ότι η αγάπη δεν εξαφανίζεται.

Γιατί τελικά ο άνθρωπος δεν διαμορφώνεται μόνο από τα λόγια που ακούει, αλλά και από το βλέμμα μέσα στο οποίο συνεχίζει να υπάρχει.

Βιβλιογραφία

Tronick, E. Z. (1989). Emotions and emotional communication in infants. American Psychologist, 44(2), 112–119.

Rogers, C. R. (1959). A theory of therapy, personality, and interpersonal relationships. In S. Koch (Ed.), Psychology: A study of a science (Vol. 3). McGraw-Hill.

Rogers, C. R. (1961). On becoming a person: A therapist's view of psychotherapy. Houghton Mifflin.

Bowlby, J. (1988). A secure base: Parent-child attachment and healthy human development. Basic Books.

Webb, J. (2012). Running on empty: Overcome your childhood emotional neglect. Morgan James Publishing.

Schore, A. N. (2003). Affect dysregulation and disorders of the self. Norton.

Siegel, D. J. (1999). The developing mind: How relationships and the brain interact to shape who we are. Guilford Press.

we do, and how we're committed to quality and great service. Join us as we grow and succeed together. We're glad you're here to be a part of our story.